Όνειρο φθινοπωρινής νυκτός.

Το σκοτεινό τοπίο άρχισε να ξεδιαλύνει εντελώς ξαφνικά, βρισκόμουν σίγουρα στο κέντρο κάποιας μεγάλης πόλης, στην αρχή δεν φάνταζε λογικό αλλά οι εκκωφαντικοί ήχοι των μηχανών, η μυρωδιά της μουσκεμένης ασφάλτου στην ατμόσφαιρα και το καυσαέριο που γέμιζε τα πνευμόνια μου ήταν εκεί για να μου διαψεύσουν οποιαδήποτε αμφιβολία. Έντρομος όπως ήμουν προς στιγμήν και προσπαθώντας να αποσπάσω οποιαδήποτε πληροφορία για το που μπορεί να βρίσκομαι πρόσεξα μια αλλόκοτη ομορφιά γύρω μου, ο συννεφιασμένος ουρανός και ο μουντός δρόμος είχαν το ίδιο ωχρό μελαγχολικό χρώμα, μα πόσο όμορφο φάνταζε όλο αυτό στα πανικόβλητα μάτια μου, από όσο θυμάμαι πάντα είχα μια ιδιαίτερη έλξη προς το νοσταλγικό και μελαγχολικό τοπίο. Νιώθω αβοήθητος, δεν γνωρίζω τίποτα δεν θυμάμαι ποιος είμαι, που είμαι ή πως βρέθηκα εδώ. Ψάχνω ασυνείδητα τις τσέπες μου για κάποιο στοιχείο, κάποια πληροφορία, τα χέρια μου έτρεμαν από το κρύο καθώς έβγαζα από την εσωτερική τσέπη του βρεγμένου παλτού μου μια τσαλακωμένη απόδειξη εστιατορίου, στο πίσω μέρος υπήρχαν δύο προτάσεις. Δεν έβγαζαν εύκολα νόημα, φαίνεται πως οι λέξεις είχαν γραφτεί ταχύτατα ή και πανικόβλητα που ήταν δυσνόητες στο διάβασμα. Μετά από λίγες στιγμές μπόρεσα να δω το εξής, “Συνάντησε με στο μπλε κτήριο στις 5μμ, Αλ.”. Πόσο βολικό φάνταζε αυτό, είχα μια πληροφορία, ήξερα από που να αρχίσω..

Τέλος πρώτου μέρους.

Agora

Alexandria, 391 AD: Hypatia teaches astronomy, mathematics, and philosophy. Her student Orestes is in love with her, as is Davus, her personal slave. As the city’s Christians, led by Ammonius and Cyril, gain political power, the institutions of learning may crumble along with the governance of slavery. Jump ahead 20 years: Orestes, the city’s prefect, has an uneasy peace with Christians, led by Cyril. A group from the newly empowered Christians has now taken to enforce their cultural hegemony zealously; first they see the Jews as their obstacle, then nonbelievers. Hypatia has no interest in faith; she’s concerned about the movement of celestial bodies and “the brotherhood of all”. Although her former slave doesn’t see it that way. Written by <jhailey@hotmail.com>

Ο μόνος εχθρός, ο εαυτός σου.

An un-chronological look at the life of the Little Sparrow, Édith Piaf (1915-1963). Her mother is an alcoholic street singer, her father a circus performer, her paternal grandmother a madam. During childhood she lives with each of them. At 20, she’s a street singer discovered by a club owner who’s soon murdered, coached by a musician who brings her to concert halls, and then quickly famous. Constant companions are alcohol and heartache. The tragedies of her love affair with Marcel Cerdan and the death of her only child belie the words of one of her signature songs, “Non, je ne regrette rien.” The back and forth nature of the narrative suggests the patterns of memory and association.Written by <jhailey@hotmail.com>